Δὲν ἔχει τέλος αὐτὴ ἡ ὁμίχλη, δὲν ἔχει λευκὴ σημαία αὐτὴ ἡ ἧττα..


Σύντομη παρουσίαση τού ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη

Σύντομη παρουσίαση τού ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη

Σε λίγο καιρό αυτό το ιστολόγιο θα ανήκει στήν ιστορία, εάν θέλετε διαβᾶστε τὸ ἄρθρο στὸ νέο μας ἱστολόγιο

τοῦ Μάνου Τασάκου καί συνεργατῶν τῆς “χίμαιρας”

(κείμενο περίπου 14.000 λέξεων, προδημοσίευση ἀπό τό δεύτερο τεύχος τῆς “χίμαιρας”, δημοσιεύεται σχεδόν ταυτόχρονα -περίπου με δίωρη καθυστέρηση- στο λογοτεχνικό αρχεῖο καί στόν ιστότοπο Academia)

Τίποτε…Δὲν ἀντέχω νὰ κοιτῶ τὸ βάθος

παντοῦ κλωθογυρίζει ἡ σαύρα, τὸ σφαλάγγι*

κι ἐμεῖς ἀπὸ να νέο οἶκτο ἔχουμε ἀνάγκη

κι ἀπὸ να δυνατὸ καινούριο πάθος.

(* δηλητηριώδης ἀράχνη)

(Βύρων Λεοντάρης, «νεκροταφεῖο Μ…», Ὕψιλον, ἡ πρώτη ἔκδοση τὸ 1983)

Ἔσπασα πιὰ τὶς σάλπιγγες

ἔκαψα τὶς σημαῖες.

Τώρα μιλῶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φωνή μου,

ἄχ, τώρα σᾶς μοιράζω τὴν ψυχή μου

-κι ἐσεῖς γυρνᾶτε ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο…

(Βύρων Λεοντάρης, «Νυκτερινὰ Ἱ», Ὕψιλον, ἡ πρώτη ἔκδοση τὸ 1983)

Ἔχω μόνιμό τὸ ἄγχος τῆς ἀπέναντι ὄχθης, τοῦ ὕστατου ὀβολοῦ, τοῦ χρόνου ποὺ ἀπομένει. Καὶ εἶναι ἕνα ἄγχος, ποὺ ὅσο τὸ σῶμα μου γερνᾷ τόσο καὶ αὐξάνεται, τόσο μὲ κατατρύχει, τόσο μὲ κάμει νὰ τινάζομαι τὰ βράδια ἀξημέρωτα καὶ νὰ τρέχω στὸ γραφεῖο μου. Κι ἀνασκαλεύω χαρτιά, συμπληρώνω μισοτελειωμένες φράσεις, σβήνω, γράφω, διαγράφω, σκέπτομαι θέματα καινούρια, παρατάω ἄλλα παλιὰ καὶ μισοτελειωμένα, ἀνοίγω βιβλία ποὺ πιὰ δὲν χωροῦν, (ποτὲ δὲν χωροῦν, κι ἃς ἔχει καταντήσει τὸ γραφεῖο σὲ μέγεθος νὰ θυμίζει ἐκεῖνο τοῦ Στάλιν στὸ Κρεμλίνο), ἁπλώνω στὸ πάτωμα μία στοῖβα ἀπὸ χαρτάκια σημειώσεων, κι ἐπάνω τους τὰ γραμμένα οὔτε ἐγὼ τὰ ξεχωρίζω – ἑκατοντάδες ἐργασίες ἀρχινισμένες σὲ κάποια στιγμὴ αἰσιοδοξίας, μὰ ἡ καθεμιὰ τους ἀπαιτεῖ μελέτη πολλή, ἔρευνα, σκέψη, κέφι καὶ στοχασμὸ ἀνεπηρέαστο, ὅσο τοῦτο εἶναι κατορθωτό. Κάποτε τὸ ξημέρωμα μὲ βρίσκει σκονισμένο ἀπὸ τὸ ἀνασκάλεμα, μὰ ἡ βάσανος καὶ οἱ ἐνοχὲς γιὰ τὸν χρόνο ποὺ φεύγει μένουν ἴδιες, τὰ γραπτά μου τὸ ἴδιο ἀτελῆ, ὁ σκοπός μου δείχνει τὸ ἴδιο περίπου μακρινός, τὸ ἴδιο ἄπιαστος.. Συνέχεια

Η “χίμαιρα” στό χαρτί, με όσφρηση καί αφή..


Όπως και να το κάνουμε, μία κάποια συγκίνηση δικαιολογείται, κάμαμε πολύ δρόμο έως εδώ..

Όπως και να το κάνουμε, μία κάποια συγκίνηση δικαιολογείται, κάμαμε πολύ δρόμο έως εδώ..

Σε λίγο καιρό αυτό το άρθρο και αυτό το site θα ανήκουν στην ιστορία – δείτε τώρα τον νέο, ανανεωμένο μας ιστοχώρο στο www.tasakos.gr

Το γράφουμε σε κάθε ευκαιρία, το επαναλαμβάνουμε και σήμερα: η ηλεκτρονική έκδοση της «χίμαιρας» διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο, (με το σύνολο τής ύλης της) και όποιος το θελήσει μπορεί να την αναγνώσει ή να την αποθηκεύσει στον υπολογιστή του με πολλούς και διάφορους τρόπους – για περισσότερα δείτε εδώ. Αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την άποψή μας για τα πνευματικά δικαιώματα, (αυτή είναι μία μεγάλη συζήτηση και αρκετά πολύπλοκη), όσο με το γεγονός πως οι εποχές είναι δύσκολες και τα τελευταίο πού χρειαζόμαστε είναι εμπόδια και απαγορεύσεις στην προσπάθεια ανάδειξης της καλής και άξιας λογοτεχνίας.

Παρά ταύτα, είναι αρκετοί ακόμη εκείνοι πού δυσκολεύονται με την ηλεκτρονική ανάγνωση ή απλώς δεν θέλουν να αφαιρέσουν την αφή ή και την όσφρηση από την όλη διαδικασία πού κάποτε μοιάζει και λίγο τελετουργική, κάτι σαν ιεροτελεστία. Είναι αρκετοί επίσης πού επικοινώνησαν μαζί μας «γκρινιάζοντας» για την ηλεκτρονική και μόνο μορφή του περιοδικού. Γι αυτούς λοιπόν που επιθυμούν το βιβλίο να αναπαύεται στο ράφι, το πρώτο τεύχος τής “χίμαιρας” είναι πλέον διαθέσιμο και σε έντυπη μορφή…

Είχαμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο δρόμους. Ο πρώτος, (εκείνος τής χορηγίας), οδηγούσε σε καλύτερα εκτυπωτικά αποτελέσματα, δυναμικότερη διακίνηση στην εγχώρια αγορά και ίσως στην δυνατότητα κάποιων ελάχιστων αμοιβών σε εξωτερικούς συνεργάτες για την αρθρογραφία τους και την εν γένει βοήθειά τους. Από την άλλη, υπήρχε ένα βασικό μειονέκτημα και αυτό ήταν οι απαιτήσεις για τον έλεγχο τής ύλης και την δημοσίευση διαφημίσεων. Ετούτη την συναλλαγή (δελεαστική βεβαίως..), την απορρίψαμε με διαδικασίες συνοπτικές.

Επιλέξαμε τον δεύτερο δρόμο, εκείνον πού τώρα δειλά δειλά ξεκινά και στην χώρα, αλλά μετρά αρκετά χρόνια στο εξωτερικό, την εκτύπωση δηλαδή με την λογική τού print on demand. Το αποτέλεσμα είναι κάπως απλό εκτυπωτικά, υπάρχει η καθυστέρηση και το κόστος των μεταφορικών, οι υπάρχουσες επιλογές δεν είναι πάντοτε βολικές· όμως έτσι διατηρούμε την απόλυτη αυτονομία μας επί του περιεχομένου, άπαντες οι συνεργάτες συνεχίζουν εθελοντικά (άρα ανυστερόβουλα), μειώνουμε το κόστος στο ελάχιστο δυνατόν και προσφέρουμε την δυνατότητα στους αναγνώστες να αποκτήσουν την «χίμαιρα» έντυπη, χωρίς να πληρώσουν το υπερβολικό ποσό πού θα κόστιζε στην Ελλάδα η έκδοση ενός περιοδικού 370 περίπου σελίδων.

Η εκτύπωση είναι προς το παρόν ασπρόμαυρη και γίνεται από δύο πλατφόρμες – εκείνη της create space (amazon) και της Blurb, οι αντίστοιχες διευθύνσεις για παραγγελίες είναι createspace και Blurb Υπάρχουν μικρές διαφορές στήν τιμή πού σχετίζονται κυρίως με το κόστος των μεταφορικών. Το εξώφυλλο επίσης στην create space περιλαμβάνει χρώμα, ενώ στο Blurb μπορείτε να δείτε όλο το περιοδικό σε προεπισκόπηση προτού το παραγγείλετε. Η τελική επιλογή σας ανάμεσα στις δύο εταιρίες εξαρτάται από την αισθητική σας και την επιλογή τού χρόνου παράδοσης πού μπορεί να μειώσει αισθητά το τελικό κόστος παραγγελίας. Πάντως η έκδοση από τήν create space πού έχουμε στα χέρια μας, (από όπου και οι φωτογραφίες), είναι πολύ αξιοπρεπής, μόλις παραλάβουμε και εκείνη από το Blurb θα προσθέσουμε στο άρθρο τις εντυπώσεις μας και τις ανάλογες φωτογραφίες. Και στις δύο πλατφόρμες απαιτείται μία (εύκολη) εγγραφή, αλλά ευτυχώς η διαδικασία διαρκεί μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Καθώς η create space ανήκει στήν amazon, το βιβλίο μπορούν να το έβρουν εύκολα και φθηνότερα όσοι διαμένουν στήν Ευρώπη, καθώς μπορούν να το παραγγείλουν από τον αντίστοιχο δικτυακό τόπο – για παράδειγμα, όσοι μένουν στήν Αγγλία ή θέλουν να το παραγγείλουν από εκεί, θα το βρούν στήν Amazon.Uk.

Και κάτι τελευταίο. Και στις δύο πλατφόρμες είναι απαραίτητη η χρήση κάρτας (πιστωτικής ή και χρεωστικής), σε μία από τίς δύο υπάρχει και η δυνατότητα πληρωμής μέσω Paypal. Σε κάθε περίπτωση, εάν η χρήση κάρτας είναι αδύνατη ή πρέπει να αποφευχθεί για κάποιο λόγο, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας και να συνεννοηθούμε για τήν αποστολή αντιτύπου(ων) από το δικό μας απόθεμα. Σημειώστε ότι αυτό συνιστά απλή εξυπηρέτηση και διαμεσολάβηση,  δεν είναι επίσημη πώληση, καθώς δεν είμαστε εκδοτικός οίκος ή άλλου είδους επιχείρηση πού να μπορεί να διακινεί βιβλία και να εκδίδει αντίστοιχα παραστατικά.

Εάν κρίνετε την «χίμαιρα» ως ένα καλό περιοδικό, η στήριξη τής έντυπης μορφής της θα βοηθήσει πολύ, ώστε να γενεί ακόμη καλύτερη. Μόνο για εκείνους πού το αντέχουν οικονομικά και βεβαίως επιθυμούν την καλή λογοτεχνία ανεπηρέαστη από σκοπιμότητες, προκαταλήψεις και στερεότυπα. Όσοι αποκτήσετε επίσης την έντυπη «χίμαιρα», κάντε τον κόπο και στείλτε τις παρατηρήσεις σας στο tasakos@gmx.com – θα βοηθήσετε σημαντικά στην βελτίωση του δεύτερου τεύχους.

Και όπως γράφω και στο εισαγωγικό σημείωμα της έντυπης έκδοσης..

..Θερμές ευχαριστίες σε όλους εσάς πού διαθέσατε χρόνο και υστέρημα για να αποκτήσετε ετούτη την πρώτη έντυπη έκδοση της «χίμαιρας». Σε τέτοιες εποχές ερέβους, (για την λογοτεχνία και την χώρα..), μία τέτοια στήριξη δείχνει συνειδήσεις πού επιμένουν contra flumen, contra omnes…

Μάνος Τασάκος

Σταύρωση, θάνατος καί ανάσταση στήν ελληνική ποίηση


Μέρες τού '36, το μοιρολόι τής μάνας, φωτογραφία σύμβολο για κάθε επιτάφιο θρήνο..

Μέρες τού ’36, το μοιρολόι τής μάνας, φωτογραφία σύμβολο για κάθε επιτάφιο θρήνο..

(Το ιστολόγιο στο οποίο βρίσκεσθε έχει πλέον μεταφερθεί σε νέα διεύθυνση, στο http://www.tasakos.gr/ Μπορείτε φυσικά να διαβάσετε το ἀρθρο και εδώ, όμως εάν επιθυμείτε πιο ευκρινή ανάγνωση και ταυτόχρονα τήν γνωριμία με τήν νέα μας διεύθυνση, μπορείτε άμεσα να μεταφερθείτε στο ίδιο κείμενο, πατώντας εδώ)

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδοῦλα τῆς καρδιᾶς μου,

πουλάκι τῆς φτωχειᾶς αὐλῆς, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς πού κλαίω

καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γροικᾶς τά πού πικρά σοὺ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ πού γιάτρευες κάθε παράπονό μου,

πού μάντευες τί πέρναγα κάτου απ’  τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα

καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς πού τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

(Γιάννης Ρίτσος, «Ἐπιτάφιος», Ποιήματα 1930-1960)

(τού Μάνου ΤασάκουΣτοχασμοὶ ἐπὶ τῶν ἀναστασίμων μὲ τὴν βοήθεια τῆς ποίησης, προδημοσίευση από “χίμαιρα-δεύτερο τεύχος”, κείμενο περίπου 12.000 λέξεων– Ὅπου γίνεται ἀναφορὰ σὲ «Ποιητικὴ ἀνθολογία Ἀποστολίδη, ἐννοεῖται ἡ τρίτομη ἀνθολογία «Ἡρακλῆ & Ρένου, Ἤρκου & Στάντη Ἀποστολίδη, Ἀνθολογία τῆς Νεοελληνικῆς Γραμματείας, Ἡ ποίηση λόγια καὶ δημοτικὴ ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα ὡς τὶς μέρες μας», ἡ καταγραφὴ πληροφοριῶν γιὰ χρόνο, τόπο καὶ ἔκδοση ἀντλοῦνται ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἴδια ἀνθολογία – Ἀνθολογοῦνται οἱ ποιητὲς μὲ τὴν σειρὰ ποῦ ἐμφανίζονται στὸ κείμενο: Στράτος Κοντόπουλος, Τάσος Ζερβός, Γιάννης Ὑφαντῆς, Σταῦρος Βαβούρης, Γιάννης Βαρβέρης, Κώστας Βάρναλης, Κωνσταντῖνος Καβάφης, Μαρία Κέντρου Ἀγαθοπούλου, Κωστῆς Παλαμᾶς, Μελισσάνθη, Τάκης Παπατζώνης, Διονύσιος Σολωμός, Πρόδρομος Μάρκογλου, Χαράλαμπος Βάιος, Γ.Βερίτης, Κώστας Μόντης, Γιῶργος Θέμελης, Ρένος Ἀποστολίδης, Δημοτικὴ ποίηση, Γιάννης Ρίτσος, Χρίστος Τρύφωνας, Ἰάσων Δεπούντης, Γιάννης Σκαρίμπας, Βύρων Λεοντάρης, Θεόφιλος Φραγκόπουλος)

(Για καθαρότερη ανάγνωση στο Academia, αλλά χωρίς φωτογραφίες και παραπομπές σε συνδέσμους, ενδεχόμενα λάθη στήν μορφοποίηση) Συνέχεια

«Δὲν μπορῶ νὰ γευτῶ τὰ δῶρα αὐτοῦ του κόσμου…»


(Το ιστολόγιο στο οποίο βρίσκεσθε έχει πλέον μεταφερθεί σε νέα διεύθυνση, στο http://www.tasakos.gr/ Μπορείτε φυσικά να διαβάσετε το ἀρθρο και εδώ, όμως εάν επιθυμείτε πιο ευκρινή ανάγνωση και ταυτόχρονα τήν γνωριμία με τήν νέα μας διεύθυνση, μπορείτε άμεσα να μεταφερθείτε στο ίδιο κείμενο, πατώντας εδώ)

(Ἀνθολογοῦνται οἱ ποιητές, μὲ σειρὰ ἐμφάνισης στὸ κείμενο: Νίκος Ζαρίφης, Χρυσάνθη Ζιτσαία, Τάκης Δόξας, Marco Paladini, Eugenio Montale, Ζωὴ Καρέλλη, Μίνως Ζῶτος, Τάσος Κόρφης, Ἀνδρέας Λασκαράτος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Τάσος Ζερβός, Μιχάλης Στασινόπουλος, Θωμὰς Γκόρπας, Κώστας Οὐράνης, Ἀλέξανδρος Μπάρας, Τεῦκρος Ἀνθίας, Βασίλης Καραβίτης, Πέτρος Κλωνάρης, Umberto Saba, Μιχάλης Ραδηνός, Ἀντρέας Καμπᾶς, Μανόλης Ἀναγνωστάκης, Νίκος Καροῦζος, Γιῶργος Μαρκόπουλος, Χρίστος Λάσκαρης, Κρίτων Ἀθανασούλης, Κρίτων Πολίτης – κείμενο περίπου 10.000 λέξεων. Συνεργάστηκε το σύνολο τής ομάδας τής “χίμαιρας”, στο δεύτερο τεύχος τής οποίας θα αναδημοσιευθεί και το κείμενο αυτό. Όλες οι δημοσιεύσεις αυτού τού ιστολογίου, “ανεβαίνουν”  στο academia.com και στο manostasakos.weebly.com ) Συνέχεια

Λίγοι στίχοι γαλλικοί, από δώ και από κεί..


Μάριος Πομερσύ; Φαντίνα; Γαβριάς; Λογοτεχνία και ζωή αδιαχώριστες..

Μάριος Πομερσύ; Φαντίνα; Γαβριάς; Λογοτεχνία και ζωή αδιαχώριστες..

(Το ιστολόγιο στο οποίο βρίσκεσθε έχει πλέον μεταφερθεί σε νέα διεύθυνση, στο http://www.tasakos.gr/ Μπορείτε φυσικά να διαβάσετε το ἀρθρο και εδώ, όμως εάν επιθυμείτε πιο ευκρινή ανάγνωση και ταυτόχρονα τήν γνωριμία με τήν νέα μας διεύθυνση, μπορείτε άμεσα να μεταφερθείτε στο ίδιο κείμενο, πατώντας εδώ)

«Η ψυχή μου για τα φοβερά ναυάγια σαλπάρει..»

(Paul Verlaine, 1844-1896)

«Τι τά΄καμες, εσύ πού κλαίς και κλαίς,

δάκρυα ποτάμι,

τα νιάτα σου – πές, πές μου – εσύ πού κλαίς,

τι τά΄χεις κάμει;»

(του ιδίου, ο.π, καταληκτική στροφή από «Τον γαλανό ουρανό»)

(Κείμενο περίπου 11000 λέξεων, συνιστάται η εκτύπωσή του. Πολύτιμη βοήθεια και συνεργασία από Αντιγόνη Ηλιάδη, Γιώργο Καρύπη και Simone Brousseau)

Προσωπικά ελάχιστα με ενδιαφέρει η γεωγραφική καταγωγή τής ποίησης – είναι πολλές οι φορές που έχω εκφράσει την άποψη πώς η ποίηση δεν έχει εθνικότητα, τόπο, χρόνο και άλλες, κάθε λογής, ποσότητες ή και απαράβατους κανόνες. Όλα τούτα τα ακαδημαϊκά, (ρεύματα, τάσεις, περίοδοι, συμβολισμοί, υπερρεαλισμοί και ρομαντισμοί..), υπηρετούν την ανάγκη μεθόδου και διδασκαλίας και πολύ σπανιότερα αγγίζουν την ουσία της λογοτεχνίας. Κάποτε ίσως και να είναι απαραίτητα, απλώς για να ξεδιψάσουμε την περιέργειά μας, να ερμηνεύσουμε το ανεξήγητο, να φωτίσουμε την ποιητική δραστηριότητα. «Α!,», μας λέγουν οι αναλυτές και οι κριτικοί, «μα δεν το βλέπετε λοιπόν πόσο η ατμόσφαιρα της Πρέβεζας, ενίσχυσε το πεισιθάνατο του Καρυωτάκη; Ω! μα δείτε και την υγρή ατμόσφαιρα της Αλεξάνδρειας – θα υπήρχε άραγε αυτός ο Καβάφης, δίχως αυτήν την υγρασία, αυτήν την ραθυμία; Και εκείνος ο καταραμένος ο Maurice Rollinat θα είχε άραγε γράψει το εξαιρετικό «Ένας μποέμ» αν δεν ήταν το Παρίσι, ο θάνατος του αδελφού του, η εγκατάλειψη από την Marie Serullaz;..». Όλα τούτα, (πολλές φορές απαραίτητα, αρκετές φορές αναγκαία στην μελέτη μιάς ποιητικής), δεν είναι τίποτε άλλο από (παραλογοτεχνικές) υπεκφυγές, που παρεκτρέπουν από την αμεσότητα του στίχου, την πρωτόγονη δύναμή του, την διαχρονική επιρροή του. Συνέχεια

Α! γέροντα, ξεμυαλίστηκες και σύ για μιάν Ελένη..


Κωστής Παλαμάς (kathimerini.gr)

Κωστής Παλαμάς (kathimerini.gr)

(Το ιστολόγιο στο οποίο βρίσκεσθε έχει πλέον μεταφερθεί σε νέα διεύθυνση, στο http://www.tasakos.gr/ Μπορείτε φυσικά να διαβάσετε το ἀρθρο και εδώ, όμως εάν επιθυμείτε πιο ευκρινή ανάγνωση και ταυτόχρονα τήν γνωριμία με τήν νέα μας διεύθυνση, μπορείτε άμεσα να μεταφερθείτε στο ίδιο κείμενο, πατώντας εδώ)

«Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων!»

(Κωστής Παλαμάς, «Το πανηγύρι της Κακάβας»)

(Το άρθρο έχει ανέβει στο Academia.edu – Κείμενο περίπου 6.500 λέξεων. Συνεργάστηκαν οι κυρίες Έλλη Παναγιώτου και Simone Brousseau, αν και με μικρές διαφωνίες για το συνολικό Παλαμικό έργο. Για την Ελένη του τίτλου οι αναφορές είναι προς το τέλος του άρθρου) 

Ας είμαστε ειλικρινείς από την αρχή. Για τους περισσότερους από εμάς, ο Παλαμάς μοιάζει πολύ με το παλιό δακτυλίδι της προγιαγιάς μας, εκείνο το τεράστιο, το παλαιικό, το καταπράσινο. Πάει καιρός που δεν το χρησιμοποιεί κανείς πια, αλλά συνεχίζει να περνά από γενιά σε γενιά, ανεκτίμητο, μα και στην πράξη άχρηστο, συμβολικό της ρίζας και της καταγωγής, πολύτιμο σαν φλάμπουρο, μα και ξεπεσμένο, ακίνητο. Ουδείς διανοείται την εξαγορά του, ουδείς και την δακτυλοφορεσιά του. Έτσι θα μείνει ασάλευτο, ώσπου κάποιος απόγονος, σε στιγμές εσχάτης πενίας, το εκχωρήσει σε κάποιον μαυραγορίτη και καταλήξει σε κάποια πλατεία ευκαιρίας, για να πουληθεί σαν ανάμνηση, σαν αξιοπερίεργο, ως δείγμα couleur locale..

Με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, ο Κωστής Παλαμάς συναθροίζεται στα δικά μας μικρά και ένοχα λογοτεχνικά μυστικά, μαζί του νοιώθουμε αμήχανοι, δεν τολμούμε την επίσημη αποκαθήλωσή του, μα αποφεύγουμε και συστηματικά τις αναφορές στην ποίησή του. Πολλά και διάφορα μετέτρεψαν, το μεγάλο σε μέγεθος έργο του, σε άχρηστη παρακαταθήκη. Βοήθησε σ΄αυτό πάνω απ΄όλα η «σχολική του αφυδάτωση», μια ιδιότυπη λογοκρισία του έργου του με την προβολή των πιο γλυκερών, των πιο ανώδυνων κειμένων του. Η ανάδειξη επιπλέον του στόμφου και ενός κενού λυρισμού, στην θέση ποιημάτων λεπταίσθητων, απαιτητικών, θα τολμούσα να πώ ακόμη και αναρχικών στην ουσία τους. Βοήθησε και η εποχή πού υπερασπίζει το εύκολο, το ανώδυνο, το φλοιώδες. Αλλά βοήθησε και ο ίδιος ο Παλαμάς, πού για χρόνια ολόκληρα προσπαθούσε να ισορροπήσει την ποίησή του ανάμεσα στα σκονισμένα δωμάτια της Ακαδημίας και την φλόγα της ψυχής του, την οργή της συνείδησής του για όσα γύρω του παρατηρούσε και έντονα αποδοκίμαζε.. Συνέχεια

Πληγώσου κι΄άλλο, γιατί αυτό δεν φτάνει…


(Το ιστολόγιο στο οποίο βρίσκεσθε έχει πλέον μεταφερθεί σε νέα διεύθυνση, στο http://www.tasakos.gr/ Μπορείτε φυσικά να διαβάσετε το ἀρθρο και εδώ, όμως εάν επιθυμείτε πιο ευκρινή ανάγνωση και ταυτόχρονα τήν γνωριμία με τήν νέα μας διεύθυνση, μπορείτε άμεσα να μεταφερθείτε στο ίδιο κείμενο, πατώντας εδώ)

 

(Στην μνήμη του Λευτέρη, που ησύχασε νωρίς..)

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας από λιμάνι σε λιμάνι;

(Γ.Σεφέρης, Μυθιστόρημα)

Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.       

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου

είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.

Δεν έχω εγκαρτέρηση καμιά.

Εις σέ προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάπως ξέρεις από φάρμακα·

νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

 

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.

Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.

(Κωνσταντίνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

(Κείμενο περίπου 7.700 λέξεων, για την καλύτερη ανάγνωση συνιστάται η εκτύπωση του άρθρου. Σύντομα το κείμενο θ’ ανεβεί και στην Academia)

Υπάρχει μία πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι τής βιβλιοθήκης μου, αφιερωμένη σε πρόσωπα φιλικά που έρχονται πάντα απρόσκλητα, σχεδόν πάντα μεταμεσονύκτια και αναζητούν την ηδονή μίας συζήτησης λογοτεχνικής, συντροφιά με αλκοόλ, καπνό και χειρόγραφα ανέκδοτα. Κάποτε η συζήτηση τελειώνει στο πρώτο ποτήρι, άλλοτε στις πρώτες ηλιαχτίδες. Ένα τέτοιο βράδυ, (πέρασαν νομίζω δύο μήνες από τότε..), μία φίλη από χρόνια δύσκολα και στερημένα, μού διηγήθηκε μία μικρή ιστορία, την παραθέτω μόνο και μόνο γιατί την πιστεύω καλή εισαγωγή σε κείνα που θα μας απασχολήσουν σε τούτο το κείμενο.. Συνέχεια